Ραδιόφωνο:Είναι θέμα εξουσίας και αξιοπιστίας που διαθέτει μόνο η επαρχία


 Αναδημοσίευση από το Βαθύ Κόκκινο

Πάλι τα ίδια. Η ίδια ιστορία, με καινούργιο περιτύλιγμα. Ένας νέος ραδιοφωνικός σταθμός ετοιμάζεται στην Αθήνα από τον μεγαλοεπιχειρηματία Μαρινάκη και, σαν από μηχανής θεός, κάνουν ξανά την εμφάνισή τους οι γνώριμες ιστορίες για «πακτωλό χρημάτων», «χρυσά συμβόλαια» και ακριβοπληρωμένες μεταγραφές.

Δεν πρόκειται, φυσικά, για κανέναν ρομαντισμό απέναντι στο ραδιόφωνο. Ούτε για κάποια ξαφνική αγάπη στην ενημέρωση και την πολυφωνία.

Τα ΜΜΕ, όταν περνούν στα χέρια των μεγάλων καπιταλιστικών ομίλων, σπάνια αποτελούν αυτοσκοπό. Είναι όχημα, εργαλείο και μηχανισμός επιρροής. Ένα ακόμη μέσο για να προστατεύονται και να προωθούνται οι πραγματικές μπίζνες: η ναυτιλία, ο αθλητισμός, η ενέργεια, οι κατασκευές, οι τράπεζες, οι επενδύσεις — ό,τι δηλαδή αποφέρει τα μεγάλα κέρδη.

Το έχουμε ξαναδεί το έργο.

Ραδιοφωνικοί σταθμοί που ξεκίνησαν με τυμπανοκρουσίες, εντυπωσιακές μεταγραφές και αμοιβές που προκαλούσαν ίλιγγο, για να καταλήξουν αργότερα σε χρέη, περικοπές και σιωπή, όταν πλέον είχαν εκπληρώσει τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκαν.

Ο Planet παραμένει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, αλλά ασφαλώς δεν είναι το μοναδικό. Κάθε φορά που ένας ισχυρός επιχειρηματίας αποφασίζει να «επενδύσει» στα ερτζιανά, το μήνυμα είναι περίπου το ίδιο:

Αγοράζω φωνές. Αγοράζω επιρροή. Αγοράζω πρόσβαση. Αγοράζω μια ακόμη ασπίδα για τις υπόλοιπες επιχειρηματικές μου δραστηριότητες.

Και την ίδια ώρα, η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στο ραδιόφωνο εξακολουθεί να παλεύει με μισθούς των 700 και 900 ευρώ. Πολλοί εργάζονται με όρους επισφάλειας, άλλοι αμείβονται ακόμη και μέσω χορηγών, ενώ οι «εκλεκτοί» των μεγάλων ομίλων παρουσιάζονται ως η απόδειξη ότι δήθεν «υπάρχει μέλλον» στο ραδιόφωνο.

Μόνο που αυτό δεν είναι το μέλλον του ραδιοφώνου. Είναι το business plan των ισχυρών.

Το ελληνικό ραδιόφωνο δεν κινδυνεύει από έλλειψη ταλέντου, δημοσιογράφων ή ανθρώπων με μεράκι. Κινδυνεύει από τη μετατροπή του σε εξάρτημα επιχειρηματικών ομίλων, οι οποίοι το χρησιμοποιούν όσο τους είναι χρήσιμο και το εγκαταλείπουν όταν τελειώσει η δουλειά.

Γιατί, τελικά, το ζήτημα δεν είναι ποιος θα αποκτήσει έναν ακόμη ραδιοφωνικό σταθμό. Το ζήτημα είναι ποιος θα αποκτήσει ακόμη ένα μικρόφωνο για να μιλάει στην κοινωνία.

Και η ιστορία έχει αποδείξει επανειλημμένα ότι, όταν τα μέσα ενημέρωσης συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων οικονομικά ισχυρών, η ενημέρωση παύει να είναι κοινωνικό αγαθό και μετατρέπεται σε εμπόρευμα.

Γι’ αυτό και πίσω από τις «μεγάλες μεταγραφές», τα «χρυσά συμβόλαια» και τις πανηγυρικές ανακοινώσεις για το νέο ραδιοφωνικό εγχείρημα, αξίζει να βλέπουμε το πραγματικό κάδρο. Δεν μιλάμε απλώς για ραδιόφωνο. Μιλάμε για εξουσία.

Υ.Γ. Είναι πραγματικά προβληματικό —και πολιτικά δεν μπορεί να μας αφήνει αδιάφορους— το γεγονός ότι η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά δεν διαθέτει σήμερα ουσιαστική παρουσία στα FM.

Η απουσία αυτή αφήνει ένα τεράστιο κενό στον δημόσιο λόγο, το οποίο σπεύδουν να καλύψουν επιχειρηματικά συμφέροντα, συστημικά ΜΜΕ και κάθε λογής «ανεξάρτητες» φωνές που τελικά κινούνται μέσα στα όρια του κυρίαρχου πολιτικού και οικονομικού πλαισίου.

Και δεν αρκεί να λέμε ότι υπάρχει το διαδίκτυο. Οι διαδικτυακές προσπάθειες που έγιναν από τον χώρο μας τα προηγούμενα χρόνια, παρά τις καλές προθέσεις και τις αξιόλογες προσπάθειες, δεν κατάφεραν να αποκτήσουν τη διάρκεια, την απήχηση και την οργανωτική υποδομή που απαιτούνται.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι νοσταλγία για τα FM. Είναι ζήτημα πολιτικής παρέμβασης. Γιατί όταν οι άλλοι αγοράζουν συχνότητες για να αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή, δεν μπορεί η Αριστερά να περιορίζεται στην παρακολούθηση του παιχνιδιού από την εξέδρα. Χρειάζεται να ξανασκεφτούμε σοβαρά το ζήτημα της δικής μας φωνής στα ερτζιανά.

Post a Comment

Νεότερη Παλαιότερη

ΑΙΧΜΗΡΑ MEDIA

ΑΙΧΜΗΡΑ MEDIA
Ενώπιον μιας ενδοκυβερνητικής αντιπαράθεσης με άγνωστες προς το παρόν συνέπειες βρίσκεται η Νέα Δημοκρατία μετά τις επιθέσεις του Άδωνι Γεωργιάδη και του Θάνου Πλεύρη στον Νίκο Δένδια.Επιθέσεις που έγιναν μάλιστα παρουσία του πρωθυπουργού, γεγονός που καθιστά το γεγονός περισσότερο σημαντικό. Χωρίς, άλλωστε, το «πράσινο φως» ή έστω τη σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του πρωθυπουργού οι επιθέσεις αυτές δεν θα μπορούσαν να γίνουν. Και αν γινόταν θα συναντούσαν την αντίδραση του Μαξίμου -ενώ τώρα η «υπόγεια» υποστήριξη του στις επιθέσεις υπήρξε κάτι παραπάνω από φανερή. Η στοχοποίηση του υπουργού Άμυνας από μέλη της κυβέρνησης παρόντος του Κυριάκου Μητσοτάκη προϊδεάζει πως η εσωκομματική αντιπαράθεση στη ΝΔ για την επόμενη μέρα μόλις ξεκινά. Ο Νίκος Δένδιας αποτελεί αυτή τη στιγμή όχι απλώς τον επιφανέστερο «δελφίνο» αλλά και τον «δελφίνο» εκείνο που διαθέτει ένα εναλλακτικό πολιτικό σχέδιο απέναντι σε αυτό του Κυριάκου Μητσοτάκη ο οποίος σε λίγο συμπληρώνει δέκα έτη στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας.